ἀσκός

ἀσκός
Grammatical information: m.
Meaning: `animal skin, hide', mostly `bag made of it' (Il.).
Dialectal forms: ῝᾽ἀκκόρ· ἀσκός, Λάκωνες. H.
Derivatives: ἀσκίτης (sc. ὕδρωψ) m. `dropsy, patient with this illness' (Epicur.); ἄσκωμα `leather padding' of the hole which served for the rowlock (Ar.). Denom. verb ἀσκώσατο ἠχθέσθη H. (Koukoules Άρχ. Έφ. 27, 61ff.). S. on ἀσκώλια.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. See Kretschmer Glotta 15, 197; Specht KZ 66, 220 (Skt. átka- `garment'. - Note Ϝασκώνδας Boeot. PN; but there is no trace of Ϝ- in Homer. Cf. Kretschmer Glotta 9, 21 5f. Thieme, Heimat 579 (*ἀγ-sko-, from `goat'); Mayrhofer Gedenkschrift Kretschmer 2, 36-39 (*Ϝαρσκο- with Skt. pra-vraska- `cut'; Taillardat, Rev. Et.Gr. 73 (1960) 13. (Not to φάσκωλος, Fur. 241.)
Page in Frisk: 1,165

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁσκός — ἀσκός , ἀσκός skin masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκός — skin masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκός — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Μεγάλος ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 480 μ., 1.493 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λαγκαδά του νομού Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στα δυτικά των υψωμάτων της Βόλβης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σόχου. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ.… …   Dictionary of Greek

  • Ασκός — Sp Ãskas Ap Ασκός/Askos L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • ασκός — ο 1. δέρμα ζώου που αποσπάστηκε ακέριο και το οποίο χρησιμοποιείται, με κατάλληλη επεξεργασία, για την τοποθέτηση ή μεταφορά νερού, λαδιού, τυριού κτλ.: Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και ξεχύθηκαν ορμητικοί οι άνεμοι. 2. κάθε κύστη από δέρμα ή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διπλοϋμενικός — Ασκός με δύο τοιχώματα, ένα εσωτερικό ελαστικό και ένα εξωτερικό σκληρό. Ασκούς αυτού του είδους διαθέτουν οι ασκομύκητες …   Dictionary of Greek

  • ἀσκούς — ἀσκός skin masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκῷ — ἀσκός skin masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκόν — ἀσκός skin masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Аскомицеты — ? Аскомицеты …   Википедия

  • Ascvs — ASCVS, i, Gr. Ἀσκὸς, ου, ein Riese, welcher mit dem Lykurgus den Bacchus band, und in einen Fluß warf, den aber Mercurius wieder los machete, und dargegen dem Askus die Haut abzog, und einen Weinschlauch daraus machete; daher auch hernach ἀσκὸς,… …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.